Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Μόχα: Η ιστορία πίσω από το τραγούδι του Π. Παυλίδη


Ακούγοντας πρώτη φορά αυτό το τραγούδι από τον Παύλο Παυλίδη ένιωσα το κορμί μου σιγά σιγά να χαλαρώνει κ να βυθίζεται σε ένα μαγικό ταξίδι όπου πρωταγωνιστές είναι παλιοί και θαλασσοδαρμένοι ναυτικοί, γοργόνες, κοράλλια και άλλα πλάσματα της θάλασσας. Ο ρυθμός της μουσικής θυμίζει τα κύματα που έρχονται απαλά και σβήνουν στην ακροθαλασσιά. Σε όλα τα τραγούδια του Παύλου κυριαρχεί η ποίηση και το προσωπικό στοιχείο στην έμπνευση της ιστορίας.
Όμως, ετούτο εδώ λόγω τίτλου με ώθησε να αναζητήσω τι κρύβεται πίσω από τη δημιουργία του. Ποιός να είναι άραγε αυτός ο Μόχα ο τρελός? Έτσι, λοιπόν, έψαξα κ η απάντηση ήρθε εκ στόματος του ιδίου του δημιουργού, μέσω μιας συνέντευξής του στο Ράδιο Έκφραση στη Θεσσαλονίκη. Παραθέτω αυτούσια την απάντησή του:

Π.Π:"Είναι παράξενη ιστορία. Το κομμάτι αυτό γράφτηκε καθ’ οδόν, σ’ ένα ταξίδι στην άγονη γραμμή. Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έτσι όπως καθόμουν στην καμπίνα σκέφτηκα ότι ήταν η πρώτη φορά που μιλάω για έναν ήρωα, που θα ήθελα να έχει όνομα. Κι ενώ το ποίημα μιλάει για ένα φανταστικό πρόσωπο, το οποίο υποτίθεται ότι είναι ναύτης, ακριβώς μπροστά μου είχα ένα βιβλίο με τον τίτλο «Μόχα ο Τρελός, Μόχα ο Σοφός». Εγώ δεν ήξερα καν για ποιο πράγμα μιλάει αυτό το βιβλίο και συνέχισα, τέλος πάντων, με αυτή τη φράση τα στιχάκια που έγραφα και έφτασα και στο τέλος του κομματιού. Μετά άνοιξα το βιβλίο και διαπίστωσα ότι ο Μόχα ήταν ένας τύπος που είχε πεθάνει από τα βασανιστήρια σε μια φυλακή κάποιας αφρικάνικης χούντας – νομίζω στη Νιγηρία, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Φαντάζομαι ότι είναι το υποκοριστικό του Μοχάμετ. Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, καταδικάστηκε επειδή κάθε φορά που είχε κάτι σημαντικό στο μυαλό του έβγαινε στο δρόμο και το φώναζε – εξ ου και ο τίτλος – παρατσούκλι του βιβλίου «Μόχα ο Τρελός, Μόχα ο Σοφός".


Στίχοι: Παύλος Παυλίδης
Μουσική: Παύλος Παυλίδης

Κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα
και τα νησιά μας χαιρετούσαν μεθυσμένα.
Μας τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια
ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία...

Μα ξεχαστήκαμε και βγήκαμε απ' το χάρτη
και άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει.
Κάποιον να πάρει αγκαλιά, να του μιλάει
τον πιο μικρό, τον πιο αθώο ναύτη...

Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος
Μόχα, αυτός που όσο και αν πιει πια δε μεθάει.
Μες το λιμάνι τριγυρνάει μαγεμένος
Μόχα, αυτός που όλο τα κύματα κοιτάει...

Μόχα ο τρελός, ο σοφός, ο τελειωμένος
Μόχα, αυτός που τον ξεχώρισε η Μοίρα.
Τρέχει απ' τα μάτια του η σκουριά και η αλμύρα
Μόχα, αυτός που τραγουδάει ευτυχισμένος...

Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη.
Θα 'ρχεται 'κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και θα τραγουδάει τάχα...

Ότι θα έρθω από μακριά και 'γώ σε λίγο,
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα.
Αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα,
θα λέω ψέματα πως δε θα ξαναφύγω...

Έρχεται ο Μόχα ο τρελός πάλι χαμένος,
κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει "βίρα!"
Μέσ' στο λιμάνι τριγυρνάνει μαγεμένος
Μόχα, η σκουριά η σκουριά και η αλμύρα...